κέρδος

τὸ κέρδος, ους 1. выгода, пожива; 2. (in malam partem) нажива, барыш

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "κέρδος" в других словарях:

  • κέρδος — gain neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κέρδος — Η διαφορά του κόστους από τα έσοδα που αποφέρει μια οικονομική δραστηριότητα, σύμφωνα με τη λογιστική έννοια, ή η αμοιβή της επιχειρηματικότητας ως συντελεστή παραγωγής, σύμφωνα με την οικονομική θεωρία. Στη λογιστική, το κ. καταγράφεται στην… …   Dictionary of Greek

  • κέρδος — [кердос] ουσ. о. прибыль, доход …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • κέρδος — το ους, υλικό ή ηθικό όφελος: Έχει πολλά κέρδη από το εμπόριο αυτοκινήτων …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Κέρδος αἰσχύνης ἄμεινον. — См. Хоть стыдно, да сытно …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • Τὸ κέρδος ἄνδρα ἐξυπνίζει. — τὸ κέρδος ἄνδρα ἐξυπνίζει. См. Ранняя птичка носок прочищает, поздняя глаза продирает …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • Μετὰ φρονίμου ζημίαν, καὶ μὴ σὺν μωρῷ κερδός. — См. Дай Бог с умным потерять, не дай Бог с дураком найти …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • κέρδει — κέρδος gain neut nom/voc/acc dual (attic epic) κέρδεϊ , κέρδος gain neut dat sg (epic ionic) κέρδος gain neut dat sg κερδαίνω gain pres imperat act 2nd sg (attic epic) κερδαίνω gain imperf ind act 3rd sg (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κέρδη — κέρδος gain neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) κέρδος gain neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) κερδαίνω gain pres imperat act 2nd sg (doric aeolic) κερδαίνω gain imperf ind act 3rd sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κερδέων — κέρδος gain neut gen pl (epic doric ionic aeolic) κερδαίνω gain pres part act masc nom sg (epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κερδίων — κέρδος gain neut gen pl (doric) κερδαίνω gain pres part act masc nom sg (doric) κερδί̱ων , κερδίων more profitable masc/fem nom comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.